ονειρώδης, -ης, -ες

ονειρώδης, -ης, -ες
γεν. -ους, αιτ. -η, πληθ. ουδ. -η, ο όμοιος με όνειρο, ο φανταστικός, ο εξαιρετικά ωραίος, αλλ. ονειρευτός: Ονειρώδης διακόσμηση κτλ.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ὀνειρώδης — dream like masc/fem acc pl (attic epic doric) ὀνειρώδης dream like masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ὀνειρώδης dream like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ονειρώδης — ῶδες (ΑΜ ὀνειρώδης, ῶδες) [όνειρος] αυτός που μοιάζει με όνειρο, ονειρικός νεοελλ. ωραιότατος, θεσπέσιος, εξαίσιος. επίρρ... ονειρωδώς με ονειρώδη τρόπο, ονειρευτά …   Dictionary of Greek

  • ὀνειρώδη — ὀνειρώδης dream like neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὀνειρώδης dream like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὀνειρώδης dream like masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνειρῶδες — ὀνειρώδης dream like masc/fem voc sg ὀνειρώδης dream like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνειρώδεις — ὀνειρώδης dream like masc/fem acc pl ὀνειρώδης dream like masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνειρωδῶς — ὀνειρώδης dream like adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνειρώδους — ὀνειρώδης dream like masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

  • παραδείσιος — α, ο 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον παράδεισο 2. μτφ. αυτός που έχει τη λαμπρότητα και ευτυχία τού παραδείσου, θεσπέσιος, ονειρώδης («θάμπωνε η ματιά μου από μια λάμψη, γκαρδιακή και παραδείσια λάμψη», Κρυστ.) 3. φρ. «παραδείσια πτηνά» ή,… …   Dictionary of Greek

  • όναρ — το (Α ὄναρ) 1. όραμα το οποίο παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια τού ύπνου, όνειρο 2. φρ. «κατ όναρ» στον ύπνο, σε όνειρο αρχ. 1. καθετί το αβέβαιο ή απατηλό 2. (ως επίρρ.) ὄναρ σε όνειρο, στον ύπνο («ὄναρ γὰρ ὑμᾱς νῡν Κλυταιμνήστρα καλῶ», Ευμ.) 3.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”